Ανταλλαγη υγρων

Και γυρνας τα βράδια σπιτι μονάχη.

Και γυρνάς τα βράδια σπίτι μόνος. 

Αφου βγήκες, χαμογέλασες και ήπιες ποτά με τους υποτιθέμενους φίλους σου.

Και την πήδηξες και αυτήν που έχει γαμάτο κώλο.
Άλλο ένα τρόπαιο στο ράφι σου.

Και τον πήδηξες και αυτόν με το θεληματικό πηγούνι και τα ωραία χέρια.

 Αλλο ένα τρόπαιο στο ράφι σου.

Και τους πήρες όλους. 

Και τις πήρες όλες. 
Και τι κατάλαβες. 

Οχι πές μου ειλικρινά τι καταλαβες τώρα που τους πήρες όλους.

Φούσκωσες τόσο πολυ το εγώ σου που εξεράγει και σαπίζεις εσωτερικά απο αιμοραγία.

Και το μονο μου ανταλάζεις με τους ανθρώπους είναι υγρά. 

Αφυδατώνεις τον εαυτό σου και τη σκέψη σου μέρα με τη μέρα για ένα πρόσωπο στην κοινωνία.

Σε μια κοινωνία που μυρίζει απο μακριά.

Και το μονο που ανταλάζεις με τους ανθρώπους είναι υγρά.

Ενω ξέρεις πολυ καλά πως δεν υπάρχει καλύτερη μαστούρα απο το ολοκληρωτικό δώσιμο και τσαλαπάτημα αυτου του υπερφουσκωμένου σου εγώ.

Δεν αφήνεις το αρωμά σου πουθενά και δεν μένει τίποτα πάνω σου απο τους άλλους. 

Πέρασες και δεν ακούμπησες.

Ποσο θλιβερό να μην μένει τίποτα να θυμάσαι.

Πόσο θλιβερή κοινωνία εχουμε καταντήσει.

A love story.Almost

Ακου να δεις τι θα γινει
 εγω θα σε ερωτευτώ παράφορα
 και συ
 αλλα οχι απο την αρχή
Κάθε βράδυ θα κλαίω κρυφά σπιτι μου
 και εσυ δεν θα ξέρεις τιποτα γιατι το πρωι θα σου χαμογελάω σαν να μην υπάρχει άυριο.
Εγω θα κλειστώ στο καβούκι μου
 ενω εσυ θα ανοίγεσαι όλο και περισσότερο.
Θα μου γνωρίσεις τους φίλους σου.
Θα με συμπαθήσουν.
Δεν θα έχεις ξανανιώσει έτσι για κάποια.
Θα νομίζεις πως είμαι η γυναίκα της ζωής σου.
Εγω όλο αυτό το διάστημα θα  περιμένω υπομονετικά να το καταλάβεις αυτο.
Οταν  όμως το καταλάβεις εγω θα το έχω ξεχάσει.
Γιατί η υπομονή μου θα γίνει μίσος για το χρόνο που χρειάστηκες .
Ετσι ένας μεγάλος έρωτας δεν θα υπάρξει ποτέ συγχρονισμένος.
Μαραθωνοδρόμοι σε διαφορετικό μαραθώνα.
Λουλούδια διαφορετικής εποχής.
Ο ένας εδώ και ο άλλος στην άλλη πλευρά του δρόμου.
Και αφου καταστρεψουμε την αγνότητα ο ένας του άλλου
Ύστερα θα το επαναλάβουμε με άλλους ανθρώπους μεχρι να βαρεθούμε να είμαστε άνθρωποι.

Μηχανη του δυσμενους ερωτα

Είμαι μια μηχανή σε ένα τεράστιο εργοστάσιο.
Απο το μέγεθος και τη φωτεινότητα μου φαίνεται να κάνω την πιο σημαντική δουλειά ανάμεσα στα άλλα μηχανήματα.
Τα εξαρτήματά μου γυαλισμένα και λαδωμένα και οι εργάτες πάντα κοντοστέκοται και κοιτάνε αν όλα λειτουργούν σωστά.
Πολλοί εργάτες έχουν περάσει απο τα γρανάζια μου, μονάχα έναν έψω τραυματίσει στο ιστορικό μου. Άθελά μου, μπλέχτηκε στον κινητήρα μου.
Πολλοί έχουν περάσει μα κανείς δε μένει, κοντοστέκεται και πηγαίνει στο μηχανημά του.
Φαίνεται πως είμαι νέας γενιάς . Αυτόματο. Δεν χρειάζοαι χειρονακτικές εργασίες απο άλλους.
Η σημαντικότητα μου είναι οτι είμαι πέρασμα. Πέρασμα εργατών.
Κάθε φορά που έρχεται νεος στη δουλειά πρέπει να αλλάξει για λίγο καιρό τις τσιμούχες μου και άν το κανει καλά του ορίζουν δική του μηχανή. Οχι εμένα. Άλλη. Πάντοτε αλλη.
Ειμαι το μηχάνημα που τους εκπαιδεύει για το τι πρέπει να γίνουν και όταν τα καταφέρουν φεύγουν. Γιατι μη ξεχνάτε , είμαι αυτόματο.
Δινω χωρις να παίρνω και αυτό δεν το εκτιμάει κανείς στις μέρες μας.
Έχουμε μάθει στον συμπλέκτη βλέπεις, και στην κατανάλωση ακριβής βενζίνης.
Αυτα τα καινούρια τα enviromental friendly δεν εχουν μπει ακομα στη κουλτούρα μας.
Τα σνομπάρουμε.
I'm shutting the power off.
Bye.

Ο Απων

Σε καθε βραδινο σου μήνυμα για να με δεις

 φανταζομαι εναν πρωινό καφε μια βροχερή μέρα διαβάζοντας τα βιβλία μας διπλα απο το παράθυρο.

Σε κάθε μονολεκτικό καληνύχτα σου

φαντάζομαι ενα χίμαρο εικόνων που θα έχεις σκαρφιστεί μονάχα για εμένα.

Σε κάθε σιωπηλό σου τσιγάρο

φαντάζομαι τα κορμιά μας να μιλάνε με μια γλώσσα δικής τους που ούτε εμεις καταλαβαίνουμε.

Σε κάθε σου χαμόγελο

φαντάζομαιτη μορφή μου σαν λόγο ταλάντωσης των χειλιών σου.

Μονο για αυτό το λόγο θα ήθελα να κουνιούνται τα χείλη σου.

Μονάχα οταν με σκέφτονται, μου μιλάνε, μου χαμογελάνε.

Μα εσύ είσαι απών απο τις καλημέρες,
απών στο τσιγάρο
απών και στα χαμόγελα.

Άδικα σου αγόρασα κούπα,
 και κρίμα που σε κοιτάω καθε που καπνίζεις , ουτε με την πλευρική σου όραση δεν με κοιτάς.

Χαμογελό σου δεν έχω δει,
 μονάχα απο φωτογραφίες σου στο facebook.
Σε έχει κάνει tag ο ένας Τάκης,
δεν τον ξέρω αυτον τον Τάκη.

Ούτε εσένα ξέρω τώρα που το σκέφτομαι.

Κι οσο προσπαθώ να σε μάθω εσύ είσαι πάντα απων απο το νοιάξιμο.

Και γω φαντάζομαι μόνη πως μια φορά αγαπιέμαι και γω στο παραμύθι.

Αίθουσες αναμονής


photo by agnes cecile
Η ζωή μας μια αίθουσα αναμονής.
Καταναλώνουμε ολη μας τη ζωη περιμένοντας.
Αναμένουμε συνεχώς και προοδευτικά..

Κόβουμε εισητήρια επιθυμιών περιμένωντας μανιωδώς τον ελεγκτή να τα εξαργυρώσει.

Καθόμαστε αναπαυτικά,
 μα σε συνεχή εγρήγορση,
 κοιτώντας με την ακρη του ματιου του τον ελεγκτή που νωχελικά πλησιάζει.

Παριστάνουμε τους αδιάφορους αλλα έχουμε το εισητήριο σε θέση ετοιμότητας.
Στη σειρά μας το παίζουμε τάχα έκπληκτοι και αφηρημένοι νιώθοντας μια κρυφή ευχαρίστηση ταυτόχρονα.
Λες και ειναι κάποιο κρυφτό ή καποιο παιχνίδι εξουσίας.

Τι γελοίοι που είμαστε, τρεφόμαστε απο την αναμονή.
Νομιζουμε οτι θα ξεγελάσουμε τον ελεγκτή.

Καταναλώνουμε τις ζωές μας σε μια αίθουσα αναμονής, σε μια ατελείωτη ουρά.

Ο ένας πίσω απο τον άλλον, εγκλωβισμένοι στο περίμενε μιας αγάπης που δεν έρχεται ποτε,
Στην επαγγελματική επιτυχία που ισως να μην θέλουμε πραγματικά, στην κοινωνική
αποδοχή η οποία δεν θέλει να σε αποδεχ
θεί.
Ισως το επόμενο λεωφορίο να γεμίσει το κενο,
 ισως ο επομενος στόχος να σε κάνει να ξεχάσεις την ασημαντότητα του.

Βαλίτσες γεμάτες αποθημένα,
συμπιεσμένα το ένα πάνω στο άλλο έτοιμα να σκάσουν.

Με ροδάκια, φυσικά, για να τα μεταφέρουμε ευκολότερα, χωρίς κόπο.

Η μόνη μας απαραίτητη αποσκευή είναι η υπαρξή μας με όσα λιγότερα γίνετε.
Να είναι εύκολη η μετάβαση
 στο άπειρο..

Μοτίβα συνθλιβής

Μοτίβα με ημερομηνία λήξης.

Φοβισμένες ρυτίδες του χθές.
Χρώματα αναμνήσεων του αύριο.

Ονειρώξεις στο παραλίγο.
Αγάπη στο παραλίγο.
Μια ζωή στο αυριο και στο παραλίγο.

Παράθυρα κλειστά, κλειδαμπαρωμένα.
Ηλιαχτίδες ουτε για δείγμα.
Ουτε καν σκόνη για δείγμα.

Κονσερβοποιημένα συναισθήματα
σε γραμμή παραγωγής.

Στα ρηχά να σε βλέπω.

Μοτίβα συνθλιβής.
Εθισμένοι στο λίγο.
Κάτοικοι του πουθενά.

Τριγυρνάς τον κόσμο,
εσωτερικός μετανάστης
με μια σφραγισμένη βαλίτσα με το λίγο σου.

Καλωσήρθες στον κοσμο των ψευδαισθήσεων ξένε.

Είναι οταν σκοτεινιάζουν τα ματια σου που..



Απο τα μάτια σου σε ξεχώρισα στο πλήθος.

Η αλλόκοτη λάμψη τους με μαγνήτισε.

Η λαμψη αυτή ειναι που δίνει φώς στο ξεκίνημα της ημέρας μου.
Είναι ο φάρος μου όταν χάνομαι στα σκοτάδια, στην άβυσσο.
Το φανάρι που μου δείχνει το δρόμο καθε βράδυ στον εαυτό μου.

Είναι οταν σκοτεινιάζουν τα μάτια σου
που γίνεσαι εσυ η ίδια άβυσσος και σε καταπίνεις.

Και δεν ξέρω πια ποια είσαι.
Και χωρίς να ξέρω το γιατι, αυτή η βαναυσότητα με ελκύει πάνω σου, με ρουφάει.

Ενας λαβύρινθος χωρίς λύση,
Ένας γρίφος χωρίς διέξοδο,
Απο την αρχή σου καταδικασμένη.

Και χάνομαι και γώ μαζι σου γνωρίζοντας πως το βάθος των ματιών σου ξεπερνά την φαντασία μου.

Ο κόσμος δεν είναι έτοιμος ακομα για ένα αριστούργημα,
Σαν εσένα.
Δεν είσαι έτοιμη, εσύ, για τον κόσμο.

Διοτι εισαι θάλασσα αγαπημένη..
Αγκαλιάζεις κάθετι νεκρό και ερημωμένο.

Άλλοτε με ηρεμία και άλλοτε με τρικυμία στην καρδιά.