Ύπνος: Καλωσήρθες στον κόσμο των ψευδαισθήσεων


Αυτό το αίσθημα του κατασπαραγμού της ψυχής πριν το χάδι του ύπνου ποιος άραγε το έχει νιώσει; ‘Εχεις νιώσει ποτέ να φοβάσαι να κλείσεις τα μάτια σου μήπως και καταλάθος,πέρα από τις προσταγές του θέλω σου στα βλέφαρά σου, κοιμηθείς; Ενώ παραδόξως,την ίδια ακριβώς στιγμή,στο ίδιο ακριβώς συναίσθημα,τρομάζεις με την ιδέα της εξόδου σου από αυτόν τον γλυκανάλατο λήθαργό σου,τον ύπνο;
Και όταν πια το βασανισμένο κορμί σου υποκύψει στις προσταγές της Βασίλισσας των αναγκών σου μια μαύρη σκιά θολώνει την πραγματικότητά σου.
Τότε είναι πια αργά. Μόλις εισχωρήσεις στον λαβύρινθο αυτό πρέπει να βρείς την έξοδο και την λύση του γρίφου για να επανέλθεις στην γλυκανάλατη πραγματικότητά σου.
Μπορεί να φοβάσαι όλη αυτή τη σκιά όμως σε μαγεύει η μελαγχολική μελωδία που ηχεί στα αυτιά σου,αυτός ο αόριστος σκοπός. Σαν νύμφες του δάσους να τραγουδούν αυτό το ξόρκι κι όμως...




Ω Μέγα των βασανισμένων ψυχών
Ω εσένα καλούμε μέσα από τις σκιές
Άκουσε αυτό το τραγούδι των μοιρών
Φέρε δικαιοσύνη μέσα από αυτές τις κραυγές.


Δεν επιλέγεις να τις συντροφέψεις και συ στο αιώνιο χορό τους ούτε στα αιώνια τους μάγια,μάγια που έχουν παγιδεύσει αμέτρητες ψυχές αλλα συνεχίζεις στο μονοπάτι του ύπνου.
Η σκιά διαλύεται και πλέον αντικριζεις ενα δάσος γεμάτο δέντρα ανθισμένα σταγόνες ασυνείδητου και ένα σκαλιστό μονοπάτι μυστηρίου σε καλεί να του κρατήσεις συντροφιά.Δεν αρνήσε..Έτσι και αλλιώς χαμένος βρίσκεσαι στον ιστό του μυαλού σου,εναν ιστό φτιαγμένο απο τον καθρέπτη του εαυτού σου,καθρέπτη ενσαρκωμένο σε αράχνη,αράχνη ύπουλη.Δεν ξέρεις τι ακριβώς ψάχνεις να βρείς,δεν σου είπε η Βασιλισσα.Μονάχα ένα πηγάδι θυμάσαι οτι ανέφερε όμως η προσοχή σου ήταν στο τραγούδι των νυμφών ετσι προχωράς στο άγνωστο με οδηγό την απελπισία σου.
Θυμάσαι στίχους και με τρεμάμενη φωνή προσπαθείς να τραγουδίσεις,να ερμηνέυσεις την κατάντια σου.



Κοιτώντας τα σύννεφα
Να περνούν
Αναρωτιέμαι το γιατί
Ο πόνος δεν με εγκατέλειψε ποτέ
Η θλίψη,η οδύνη,η παραζάλη
Που δεν έφυγαν ποτέ
Πετάω μακριά...
Πετάω μακριά...
Κρατώντας χέρια με τον εαυτό μου
Μοιράζοντας ζωή με τον εαυτό μου
Θερίζοντας την μοναξιά που έχω σπείρει
Σ’αυτά τα χωράφια που έχω μεγαλώσει
Σκάβωντας την μαυρίλα απο το μυαλό μου
Θα πεθάνω ολομόναχος...


-Saturnus-

Το επαναλάμβανες συνέχεια λες και ήταν συνοδοιπόρος σου στο ταξίδι του πουθενά.Και όταν κουράστικες να μονολογείς αυτο συνέχισε να κάνει κούνια στην παιδική χαρά του λογικού σου, σε μια κούνια που έτρηζε απο μαρασμό και προσμονή για αγάπη.
Τα δέντρα αρχίζουν να λιγοστέυουν και μια μυρωδιά έρωτα,ουρανού και χώματος πλημμυρίζει τις αποθήκες της οσφρησής σου οθώντας σε μια μηχανική κίνηση των ματιών που είχες ξεχάσει εδώ και καιρό, ευχαρίστησης..! Παραμερίζοντας τις φυλωσιές νευρικών πλεγμάτων πλεον μπορείς να αντικρίσεις ξεκάθαρα την λίμνη επιθυμιών που έπιασε η αίσθηση της μυρωδιάς σου απο μακρια.Στάθηκες ακίνητος μπροστά της τόσο που ο ούτε ο χρόνος μαρτυράει απλά παρατηρώντας σαν ξένος την λίμνη των επιθυμιών σου.Και όταν πλεον έγινες ένα με το τοπίο,και οταν καταράκτης είχε προσαρμόσει τα πλοκάμια του γύρω σου,και όταν τα τριφύλλια είχαν κάνει αποικίες γύρω απο τα πόδια σου τότε ενάντια σε όλες τις προσδοκίες έσκυψες και σήκωσες μια μεγάλη πέτρα των πρέπει και με όλη την δύναμη που είχες θάψει μέσα σου την έστειλες βαθιά στον πυθμένα της λίμνης αναταράσοντας τα νερά τόσο ωστε να λυθούν τα δεσμά τους.
Ο χρόνος στον κόσμο αυτο της ψευδαίσθησης δεν μετράει με τον ίδιο τρόπο,παίζει τα δικά του παιχνίδια.
Η Βασίλισσα αποφάσισε να λύσει το ξόρκι της αορασίας που σου έιχε ρίξει ωστε να μην βρεις ποτέ το πηγάδι μόνο και μόνο γιατί κατάφερες να περάσεις την δοκιμασία της λίμνης..Αχ και να ήξερες πόσο κόσμο έχει ρουφήξει αυτή η λίμνη..Αφου έπεσε το πέπλο της αορασίας είσαι ικανός πλεον να αντιληφθείς οτι τόσο καιρό περιπλανιέσαι και κάνεις κύκλους γύρω απο το πολυπόθητο πηγάδι των ικανοτήτων σου.Έτσι και εσύ χωρίς κανέναν δισταγμό ψαρεύεις με το καλάμι της πίστης μέσα απο το πηγάδι ένα ένα,το ένα μετά το άλλο,τα ψάρια της δύναμης !!
Αφού πλεον πέρασες τα μάγια της Βασίλισσας των αναγκών,την δοκιμασία της λίμνης των επιθυμιών,αφού χάθηκε το πέπλο της αορασίας και αφού ψάρεψες με το καλάμι της πίστης τα ψάρια της δύναμης απο το πηγάδι των ικανοτήτων σε Χρήζω πλέον άνθρωπο.!
Πριν προλάβεις να χαρείς αυτη σου τη νίκη όμως αναλογήσου οτι έφτασε κιόλας το πρωί και πρέπει να φύγεις απο τον λαβύρινθο του ύπνου και να επιστρέψεις στο αίσθημα κατασπαραγμού της ψυχής σου.. Είναι δική σου η επιλογή ποιό μονοπάτι θα ακολουθήσεις.. Το λογικό παράλογο ή το ανθρώπινο .. Εγώ επιλέγω το πρώτο
Καλωσήρθες στον κόσμο των ψευδαισθήσεων.




By amalia



1st picture by Nathie
2nd picture by Angelic Disgrace82

Ονειροβιβλιοθήκη



Σήμερα στην βιβλιοθήκη ονείρων της γειτονιάς μου επέλεξα να δω ένα όνειρο που λεγόταν «Ειρωνεία». Το έβαλα στον προβολέα ονείρων και να τι έγινε
Βλέπω ένα κορίτσι να τρέχει σε μία αλάνα φορώντας ένα μαύρο αμάνικο μακό μπλουζάκι και ο ιδρώτας να κυλάει στο πρόσωπό της.Φταει ο ήλιος λόγω της ώρας,μεσημέρι φαίνεται, και της εποχής,καλοκαίρι θαρρώ είναι.Σηκώνει για μια στιγμή το χέρι επάνω απτο κεφάλι της κοιτώντας τον ήλιο κατάματα όμως της καίει τα μάτια και αυτή σκύβει θλιμμένη το κεφάλι κοιτώντας την καυτή άμμο κάτω από τα πόδια της.Δεν τις είχαν πει ότι ο ήλιος δεν μοιράζεται την ομορφιά του..Δεν της είχαν πει οτι έχει επιλέξει να είναι μόνος και παντοδύναμος.Ετσι και αυτή πεισμώνει και κάθεται κάτω στην άμμο σηκώνοντας ομίχλη άμμου γύρω της απο την δυναμικότητα της κίνησής της. Κάθεται κάτω οκλαδόν με τα χέρια σταυρωμένα και τα χείλη σουφρωμένα προσπαθώντας να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο. Σιγά σιγά φτάνει στο σημείο που οι άλλοι τα παρατάνε όμως δεν διώχνει το βλέμμα της,συνεχίζει και φτάνει στη καρδιά της έντασης. Τα μάτια της πλέον είναι φανερό άτι δεν αντέχουν τον πόνο και δάκρυα κατακλύζουν τα μαγουλά της όμως εκείνη δεν τα παρατάει. Σήμερα είχε μία νίκη με τον ήλιο!Ένα μικρό βήμα προς την ρήξη του εγωισμού του σκέφτεται. Αύριο θα είναι ακόμη ένα. Και την επόμενη άλλο. Πού θα πάει θα σε νικήσω ήλιε σκέφτεται. Ένα χαμόγελο σπάει την στιγμή,το χεράκι της σκουπίζει άτσαλα τα δάκρυα λερώνοντας το πρόσωπό της με ένα κοκτέιλ χώματος και δακρύων και σηκώνεται γυρίζοντας την πλάτη της στον άμοιρο ήλιο. Μετά όλα γυρνάνε τόσο γρήγορα και το όνειρο μου,πλέον, γεμίζει εικόνες απογοήτευσης , πρόσωπα δυσαρεστημένα,αγριεμένα,ρυτιδιασμένα να λένε τους λογικούς νόμους του κόσμου,τα όρια του ανθρώπου,τα πρέπει,την εξέλιξη και πολλά τέτοια παράλογα για εμένα.Μετα όλα μαυρίζουν και μετά βλέπω το ίδιο κοριτσάκι όμως πλέον είναι γυναίκα.Παραξενέυομαι γιατί φοράει ένα ταγιέρ και γόβες , έχει πιεσμένο κότσο στο σβέρκο τα μαλλιά της και φοράει μαύρα γυαλιά ηλίου. Δεν κάθεται στο χώμα αντιθέτως κάθεται ξεκούραστα σε ένα συντριβάνι κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι.Ο ήλιος όπως και τότε έχει το συνήθειο να δημιουργεί σταγόνες ιδρώτα στα πλαινά του προσώπου της,όμως δεν τα σκουπίζει με το χέρι πια αλλα με χαρτομάντιλο απαλά απαλά μήν τυχόν και χαλάσει το μακιγιάζ υποθέτω.Αφήνει ευγενικά το βιβλίο δίπλα της στο πεζούλι του συντριβανιού,μάυρο στην όψη και με έναν σταυρό στην μέση.Κοιτάει γύρω της μήπως και ο «λογικός» κόσμος κοιτάει και αφού σιγουρευτεί οτι δεν περνάει κανείς βγάζει σιγά σιγά τα γυαλιά ηλίου,τα διπλώνει ευγενικά και τα ακουμπάει με αργές κινήσεις επάνω στο βιβλίο,φαίνεται θέλει να απολάυσει αυτη τη μικρή παρασπονδία της.Ρίχνει ενα τελευταίο κλεφτό βλέμα γύρω της,ένα μικρό χαμόγελο προσπαθεί να βγεί στην επιφάνεια και τελικά αν και ήρθε λίγο αργοπορημένη στο ραντεβού της με τον ήλιο σημασία έχει οτι ήρθε.Τον χαιρέτισε με δάκρυα απο την συγκίνηση και αποχώρησε φορώντας ξανά τα μαύρα προστατευτικά που της χρεώσανε οι άλλοι. Δεν τις είχανε πει οτι η κοινωνία σου βιάζει τα «μπορώ» , τα «θέλω» , δεν τις είχαν πει οτι αν πιστεύει στο λογικό είναι παράλογη..Έτσι όταν η μικρή γυναίκα είπε μπορώ την βάλανε τιμωρία για τα λόγια της αυτά να παρακολουθήσει την παράνοια του σχολείου και του φορμαρισμένου τους «λογικού». Μπορεί σαν μικρή γυναίκα εξωτερικά να υπάκουσε όμως το παιδί αυτό πότε δεν την εγκατέλειψε,έμεινε εκεί μέχρις ότου η γυναίκα να είναι έτοιμη να αγκαλιάσει το παιδί.Και τότε σταμάτησε η προβολή του ονείρου και εγώ το έβαλα πίσω στην θέση του παίρνοντας το παιδί μαζί μου.

by amalia

Αναπολήσεις Vol2


Μπορεί τα χαρακτηριστικά σου να έχουν αλοιωθεί στην μνήμη μου και η φωνή σου πλεον να φαντάζει ξεχασμένη μελωδία,ομως θυμάμαι και θα θυμάμαι πάντοτε την μυρωδιά σου.Ειναι περίεργο πως ο ανθρώπινος εγγέφαλος δεν συνδέει το ίδιο ευκολα την εικόνα με τον ήχο ή οτιδήποτε άλλο όσο με την μυρωδιά.Μπορεί να μην ξέρεις τι υλικά βάζει στο φαγητό η μαμά σου ή πως το φτιάχνει ή πως μοιάζει όταν τελειώσει όμως πάντοτε θυμάσαι και νοσταλγείς την μυρωδιά του «φαγητού της μαμάς»,η οποία σε όποια μακρινή χώρα και να ταξιδέψεις όταν κλείνεις τα μάτια σου κρατάει συντροφιά. Και ακόμη πιο περίεργο είναι οτι,ποιός θα το σκεφτόταν,όλοι οι άνθρωποι στην γή έχουν την δική τους μοναδική μυρωδιά που μέσα της παγιδεύει όλες τις κρυφές πτυχές του ανθώπου που ο ίδιος ίσως να προσπαθεί να τις κρύψει απο τον ίδιο του.Πόσες φορές έχουμε πει “μυρίζει μαμά” ή “μυρίζει εξοχή” ; ’Ολες οι ιδιότητες,τα χαρίσματα,γνωρίσματα,οι παραξενιές,οι ατέλειες,όλα όσα έχουμε ζήσει,όλα οσα πρόκειται να ζήσουμε,όλα όσα είναι και θα γίνουν,το γελιο,η χαζομάρα,η απροσεξία,ο έρωτας,το μίσος,το φόβος,το αγχος,η νοσταλγία,ο πόθος,η χαρά,η θλίψη, όλα αυτα μαζί έχουν συνθέσει μια ακριβής και μοναδική στον κόσμο μυρωδιά,με τέλεια ισορροποία και αλληλουχία,την μυρωδιά σου(μου,του)Ετσι και ο νούς μου,στην αναπόληση αυτή,θυμάται την δική σου μυρωδιά και τα πνευμόνια μου είναι σαν να την γεύονται με λαχτάρα και έξταση προσπαθώντας να συλλέξουν και την τελευταία σταγόνα αέρα μέσα τους μήπως και τύχει αυτή να μπορεί να ζωντανέψει την αναπόληση αυτή. Να ξέρεις υπάρχει μια θέση στην καρδιά μου κατειλημμένη με το δικό σου φανταστικό μπουκαλάκι αρωματός.Και αν τα χρόνια περάσουν και κάνω ρυτίδες στο πρόσωπο και η καρδιά μου έχει γεράσει εκεί θα μένει ,νέο το μπουκάλι να δίνει χρώμα.

by amalia

ps.Photo by RedSigns