Ονειροβιβλιοθήκη



Σήμερα στην βιβλιοθήκη ονείρων της γειτονιάς μου επέλεξα να δω ένα όνειρο που λεγόταν «Ειρωνεία». Το έβαλα στον προβολέα ονείρων και να τι έγινε
Βλέπω ένα κορίτσι να τρέχει σε μία αλάνα φορώντας ένα μαύρο αμάνικο μακό μπλουζάκι και ο ιδρώτας να κυλάει στο πρόσωπό της.Φταει ο ήλιος λόγω της ώρας,μεσημέρι φαίνεται, και της εποχής,καλοκαίρι θαρρώ είναι.Σηκώνει για μια στιγμή το χέρι επάνω απτο κεφάλι της κοιτώντας τον ήλιο κατάματα όμως της καίει τα μάτια και αυτή σκύβει θλιμμένη το κεφάλι κοιτώντας την καυτή άμμο κάτω από τα πόδια της.Δεν τις είχαν πει ότι ο ήλιος δεν μοιράζεται την ομορφιά του..Δεν της είχαν πει οτι έχει επιλέξει να είναι μόνος και παντοδύναμος.Ετσι και αυτή πεισμώνει και κάθεται κάτω στην άμμο σηκώνοντας ομίχλη άμμου γύρω της απο την δυναμικότητα της κίνησής της. Κάθεται κάτω οκλαδόν με τα χέρια σταυρωμένα και τα χείλη σουφρωμένα προσπαθώντας να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο. Σιγά σιγά φτάνει στο σημείο που οι άλλοι τα παρατάνε όμως δεν διώχνει το βλέμμα της,συνεχίζει και φτάνει στη καρδιά της έντασης. Τα μάτια της πλέον είναι φανερό άτι δεν αντέχουν τον πόνο και δάκρυα κατακλύζουν τα μαγουλά της όμως εκείνη δεν τα παρατάει. Σήμερα είχε μία νίκη με τον ήλιο!Ένα μικρό βήμα προς την ρήξη του εγωισμού του σκέφτεται. Αύριο θα είναι ακόμη ένα. Και την επόμενη άλλο. Πού θα πάει θα σε νικήσω ήλιε σκέφτεται. Ένα χαμόγελο σπάει την στιγμή,το χεράκι της σκουπίζει άτσαλα τα δάκρυα λερώνοντας το πρόσωπό της με ένα κοκτέιλ χώματος και δακρύων και σηκώνεται γυρίζοντας την πλάτη της στον άμοιρο ήλιο. Μετά όλα γυρνάνε τόσο γρήγορα και το όνειρο μου,πλέον, γεμίζει εικόνες απογοήτευσης , πρόσωπα δυσαρεστημένα,αγριεμένα,ρυτιδιασμένα να λένε τους λογικούς νόμους του κόσμου,τα όρια του ανθρώπου,τα πρέπει,την εξέλιξη και πολλά τέτοια παράλογα για εμένα.Μετα όλα μαυρίζουν και μετά βλέπω το ίδιο κοριτσάκι όμως πλέον είναι γυναίκα.Παραξενέυομαι γιατί φοράει ένα ταγιέρ και γόβες , έχει πιεσμένο κότσο στο σβέρκο τα μαλλιά της και φοράει μαύρα γυαλιά ηλίου. Δεν κάθεται στο χώμα αντιθέτως κάθεται ξεκούραστα σε ένα συντριβάνι κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι.Ο ήλιος όπως και τότε έχει το συνήθειο να δημιουργεί σταγόνες ιδρώτα στα πλαινά του προσώπου της,όμως δεν τα σκουπίζει με το χέρι πια αλλα με χαρτομάντιλο απαλά απαλά μήν τυχόν και χαλάσει το μακιγιάζ υποθέτω.Αφήνει ευγενικά το βιβλίο δίπλα της στο πεζούλι του συντριβανιού,μάυρο στην όψη και με έναν σταυρό στην μέση.Κοιτάει γύρω της μήπως και ο «λογικός» κόσμος κοιτάει και αφού σιγουρευτεί οτι δεν περνάει κανείς βγάζει σιγά σιγά τα γυαλιά ηλίου,τα διπλώνει ευγενικά και τα ακουμπάει με αργές κινήσεις επάνω στο βιβλίο,φαίνεται θέλει να απολάυσει αυτη τη μικρή παρασπονδία της.Ρίχνει ενα τελευταίο κλεφτό βλέμα γύρω της,ένα μικρό χαμόγελο προσπαθεί να βγεί στην επιφάνεια και τελικά αν και ήρθε λίγο αργοπορημένη στο ραντεβού της με τον ήλιο σημασία έχει οτι ήρθε.Τον χαιρέτισε με δάκρυα απο την συγκίνηση και αποχώρησε φορώντας ξανά τα μαύρα προστατευτικά που της χρεώσανε οι άλλοι. Δεν τις είχανε πει οτι η κοινωνία σου βιάζει τα «μπορώ» , τα «θέλω» , δεν τις είχαν πει οτι αν πιστεύει στο λογικό είναι παράλογη..Έτσι όταν η μικρή γυναίκα είπε μπορώ την βάλανε τιμωρία για τα λόγια της αυτά να παρακολουθήσει την παράνοια του σχολείου και του φορμαρισμένου τους «λογικού». Μπορεί σαν μικρή γυναίκα εξωτερικά να υπάκουσε όμως το παιδί αυτό πότε δεν την εγκατέλειψε,έμεινε εκεί μέχρις ότου η γυναίκα να είναι έτοιμη να αγκαλιάσει το παιδί.Και τότε σταμάτησε η προβολή του ονείρου και εγώ το έβαλα πίσω στην θέση του παίρνοντας το παιδί μαζί μου.

by amalia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου